Μια φορά και ένα καιρό στο Βασίλειο του Κόκκινου Ήλιου, ζούσε μια πριγκίπισσα πολύ διαφορετική από όλες τις υπόλοιπες που είχαν ως τότε ζήσει εκεί. Δεν υπάκουε στους παλιούς κανόνες και ανακατευότανε με το πλήθος. Ο λαός του βασιλείου της την εκτιμούσε για αυτό. Δεν την έβλεπαν σαν κάτι ξένο, ανώτερο και μακρινό, αλλά σαν μια από αυτούς. Στο παλάτι όμως υπήρχαν πολλοί που ζήλευαν αυτή της την επιρροή στο λαό και ήθελαν να της κάνουν κακό. Περίμεναν λοιπόν τη στιγμή που θα έκανε κάποιο λάθος για να τη βλάψουν.
Η πριγκίπισσα ταξίδευε πολύ στα γύρω βασίλεια. Μάζευε ιδέες και εμπειρίες. Γέμιζε γνώση. Κάποια στιγμή ο δρόμος της την έφερε μέχρι το βασίλειο της Μαύρης Θάλασσας. Όμορφος τόπος... Όπως σε κάθε ταξίδι, έτσι και εκεί επισκέφθηκε το παλάτι. Μόνο που αυτή η επίσκεψη έμελλε να είναι αλλιώτικη. Μόλις το βλέμμα της διασταυρώθηκε με εκείνο του βασιλιά της Μαύρης Θάλασσας αισθάνθηκε διαφορετικά, όπως δεν ένιωσε για κανέναν από τους πιθανούς μνηστήρες που την πλησίαζαν στο βασίλειο του Κόκκινου Ήλιου. Το ταξίδι στέφθηκε με επιτυχία, η πριγκίπισσα κατάφερε να κλείσει συμφωνίες, ώστε τα δυο βασίλεια να συνεργάζονται στις εισαγωγές προϊόντων από την ανατολή. Όταν όμως πήρε το δρόμο της επιστροφής, αφού πέρασε εκεί τρεις μέρες και τρεις νύχτες ένιωθε ένα κενό. Ήθελε να επιστρέψει για ένα και μόνο λόγο. Ήθελε και πάλι να δει το βλέμμα του. Αφού, πέρασε μια εβδομάδα στο βασίλειο της, η πριγκίπισσα επέστρεψε. Ο βασιλιάς ξαφνιάστηκε που την είδε μπροστά του ξανά. Θεώρησε πως κάτι δε θα πήγαινε καλά σε ό, τι συμφώνησαν και ανησύχησε. Εκείνη όμως πήρε το θάρρος και του είπε για ποιο λόγο επισκέφθηκε ξανά το βασίλειο της Μαύρης Θάλασσας. Τον κοίταξε, δεν τον άφησε να πει λέξη και έπειτα τρομαγμένη επειδή τόλμησε, γύρισε πίσω στη βάση της.
 Λίγους μήνες αργότερα, και ενώ είχε ήδη αρχίσει να τον ξεχνάει, εμφανίστηκε ξαφνικά στο βασίλειο της. Τη στιγμή που τον είδε ξανά άρχισε η καρδιά της να χτυπάει δυνατά, όπως την πρώτη στιγμή που τον συνάντησε. Πέρασαν κάποιες μέρες μαζί. Εκείνη αφέθηκε και άρχισε να ξυπνάει μέσα της ένας πρωτόγνωρος πόθος για το βασιλιά της Μαύρης Θάλασσας. Και πριν καλά καλά προλάβει να τον γνωρίσει είχε αρχίσει να νιώθει για αυτόν. Εντυπωσιασμένος και αυτός από τη πριγκίπισσα και αφού θαμπώθηκε από το πόσο διαφορετική ήταν από τις υπόλοιπες πριγκίπισσες που είχε μέχρι τότε γνωρίσει, συμπεριφερόταν λες και τη γνώριζε χρόνια και άρχισε να της εκφράζει το θαυμασμό του, και λίγο αργότερα τον δικό του πόθο. Και πάνω που η πριγκίπισσα θεωρούσε πως ο πόθος ήταν αμοιβαίος και αγωνιούσε για εκείνη τη νύχτα που θα περνάγανε μαζί, εκείνος δίχως εξήγηση εξαφανίστηκε.
Η πριγκίπισσα πληγώθηκε βαθιά. Για πρώτη φορά αισθανόταν αδύναμη και ευάλωτη. Τότε βρήκαν την ευκαιρία όσοι μέχρι τότε δεν είχαν τρόπο να τη βλάψουν να της κάνουν κακό. Έτσι κάθε βδομάδα της μετέφεραν ειδήσεις από το βασίλειο της Μαύρης Θάλασσας, που δεν ήτανε πάντοτε αληθινές, ντύνοντας τες με μπόλικη δόση υπερβολής. Κατάφεραν να κάνουν τη πριγκίπισσα να μισήσει το βασιλιά, αφού πίστεψε πως ήταν ένας άξεστος γυναικάς που έπαιζε με όποιο θηλυκό τύχαινε να βρεθεί μπροστά του. Όντας πληγωμένη και αφού θεώρησε πως είχε παίξει με τα αισθήματα της, σταμάτησε κάθε συνεργασία ανάμεσα στα δύο βασίλεια, κλείνοντας την με μια αυστηρή επιστολή προς το βασιλιά με τη όπου ανέφερε πως οι όροι της συμφωνίας τους δεν συνέφεραν το βασίλειο της, άρα θα συνέχιζε να εισάγει μόνη της χωρίς βοήθεια. Η πριγκίπισσα κατέληξε επί μήνες να ζει απομονωμένη και το βασίλειο να διοικείται από ανόητους αυλικούς που έβαζαν μπροστά μονάχα το προσωπικό τους συμφέρον.
Κάποια στιγμή τα νέα της πριγκίπισσας έφτασαν μέχρι το βασίλειο της Μαύρης Θάλασσας και ο βασιλιάς αισθάνθηκε ανόητος. Είχε φοβηθεί κάποτε το δυναμισμό της πριγκίπισσας, νόμιζε πως αυτή η γυναίκα ήταν ικανή να τον καταστρέψει και την άφησε πίσω χωρίς εξήγηση. Το μόνο που κατάφερε όμως ήταν να την καταστρέψει, νομίζοντας πως ο ίδιος κινδύνευε καταστραφεί! Τότε, αποφάσισε να κάνει μια βόλτα μοναχός στο βασίλειο του. Κάποια στιγμή έπεσε επάνω σε ένα τυφλό ζητιάνο και του πέταξε μερικές χρυσές λίρες. Τη στιγμή εκείνη ο ζητιάνος του είπε: "Δε θα γεμίσεις το κενό σου έτσι. Δε μου λένε τίποτα οι λίρες σου! Όσο πλούτο και αν έχεις δεν μπορείς να γεμίσεις τη μοναξιά σου.". Ο βασιλιάς τότε γύρισε στο παλάτι συντετριμμένος. Ο ζητιάνος του έλεγε αλήθεια. Όσο πλούτο και αν είχε ήτανε άδειος και μόνος και δεν υπήρχε τρόπος πια να έχει κοντά του ό,τι άφησε να φύγει!