Ήθελε να αισθάνεται τα πάντα, δεν ήθελε μια βαρετή ζωή και κυρίως δεν ήθελε μια ζωή συμβιβασμένη γεμάτη πρέπει. Ήθελε να την επιθυμούν όχι να είναι υποχρέωση, για αυτό και δεν συμβιβαζόταν, για αυτό και επέλεγε πάντα να φεύγει από οτιδήποτε δεν τη γέμιζε. Για αυτό και προτιμούσε να ζει απλώς μερικές έντονες στιγμές. Και ήταν αληθινές, απαλλαγμένες από ταμπέλες και αυτή η αλήθεια τη γέμιζε μια και σιχαινόταν το ψέμα.
Τη γούσταρε αυτή την χωρίς κανόνες εκτόνωση. Δεν ήταν κτήμα κανενός και κανείς δεν ήτανε κτήμα της. Δεν υπήρχε λόγος να προσποιηθεί. Αυτές οι στιγμές ήταν ό, τι πιο αληθινό ζούσε. Συνήθως συναντιόταν στην παραλία με τους εραστές της. Είχε εντοπίσει ένα σημείο που λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν τη νύχτα και είχε γίνει το καταφύγιο της. Ήταν ο δικός της τόπος και το σημείο που μπορούσε πραγματικά να αφεθεί. Εκεί επέτρεπε απλώς να κυριαρχήσουν οι αισθήσεις της. Εκεί έβλεπες τη γυμνή αλήθεια της, χωρίς κανένα προσωπείο, χωρίς καμια μάσκα. Και το ίδιο συνέβαινε και στους ανθρώπους που είχε μαζί της, δεν είχαν πια άμυνες, τους ήτανε άχρηστες. Δεν έμοιαζε πρόστυχο, ήταν απλώς δυο άνθρωποι που ακολουθούσαν από ένστικτο αυτό που τους πρόσταζε η φύση τους και που αφήνονταν ο ένας στο γυμνό κορμί του άλλου για να αισθανθούν την ευχαρίστηση που τόσο είχαν ανάγκη. Δεν άνηκαν ο ένας στον άλλο, μπορεί να μη συναντιόντουσαν ξανά ποτέ, ζούσαν όμως αυτή τη στιγμή έχοντας γίνει ένα και προσέφεραν απλόχερα ο ένας στον άλλο την ηδονή. Δεν υπήρχε σκοπός, δεν υπήρχε συμφέρον, δεν υπήρχε πρέπει, δεν υπήρχε τίποτα σκοτεινό. Ήταν απλώς δυο άνθρωποι που επέλεγαν να νιώσουν για λίγο μαζί. Και αυτή ακριβώς η ελευθερία που είχαν επειδή ήξεραν πως δεν άνηκαν ο ένας στον άλλο έκανε τη χαρά τους πιο έντονη. Τα πράγματα ήταν απλά. Τους ένωνε αυτή η λαχτάρα και η δίψα τους να αισθάνονται και να ζουν. Δίψα για ζωή, ήταν κοινή αυτή τους η δίψα!
Και όταν μετά το τέλος από ένα γινόντουσαν ξανά δυο αυτόνομες υπάρξεις, το φως του φεγγαριού δεν είχε τίποτα το κρυφό να αποκαλύψει όσο έπεφτε επάνω τους. Και μπορούσαν απλώς να συνεχίσουν χωρίς να τους επιβάλλεται να συνυπάρξουν. Μα ακόμα και αν κάποια στιγμή ξαναβρεθούν και αποφασίσουν οι στιγμές να γίνουν καθημερινότητα, αυτό δεν θα τους φθείρει, γιατί θα το έχουν επιλέξει και δεν θα τους έχει επιβληθεί!