Ήτανε Μάρτιος όταν συνειδητοποίησε πως σκορπούσε τις στιγμές της, κοιτάζοντας τη θάλασσα και πίνοντας ένα μπουκάλι κρασί. Είχε φοβηθεί, αλλά αν και ήταν παράξενο, ο φόβος της την είχε λυτρώσει. Ο ήχος των κυμάτων την ηρεμούσε. Αν και ήταν σα να έχει ξυπνήσει μέσα της ένα πρωτόγονο ένστικτο επιβίωσης, εκείνες τις στιγμές ήταν ήρεμη. Ήταν όλα πλέον ξεκάθαρα.
Έμοιαζε σαν να βλέπει όλη της την ιστορία να καθρεφτίζεται επάνω στη θάλασσα που τη φώτιζε το φως από το φεγγάρι. Μια γουλιά ακόμη κόκκινο κρασί, μια τζούρα τσιγάρο... Ήξερε πλέον πως η ζωή της δεν ήταν δεδομένη για να την κακομεταχειρίζεται έτσι!
Το έργο αυτό το είχε ξαναδεί, αλλά αν δεν αισθανθείς την απειλή στο πετσί σου δε συνέρχεσαι, δεν συνειδητοποιείς πως σπαταλιέσαι. Είναι πολύ φυσικό να θεωρείς δεδομένο πως το επόμενο πρωί θα ξυπνήσεις, θα πιεις μερικές γουλιές καφέ και θα ξεκινήσεις τη μέρα σου όπως έκανες πάντα. Το προηγούμενο καλοκαίρι είχε χάσει από την πουτάνα την αρρώστια μια φίλη της που αγαπούσε βαθιά. Ήτανε λέει επιθετικός ο καρκίνος και έτσι απλά την έχασε, χωρίς να καταφέρει να της πει καν αντίο! Αλλά όσο βαθιά και αν ήταν η θλίψη, δεν έπαψε στιγμή να θεωρεί τη δική της ζωή δεδομένη. Μέχρι τη στιγμή που αισθάνθηκε πως απειλείται, μέχρι εκείνη τη στιγμή σπαταλούσε κάθε της μέρα! Δεν ήτανε ακόμα βέβαιο πως την είχε την αρρώστια. Ήταν απλώς μερικές ύποπτες ενδείξεις σε εξετάσεις ρουτίνας. Αλλά πως να μην κλονιστείς όταν σου ταράζουν το δεδομένο σου; Και μέχρι στιγμής το μόνο της δεδομένο ήταν η ικανότητα της να είναι υγιής και να ζει! Και ακριβώς αυτό το δεδομένο έπρεπε να γκρεμιστεί για να τη λυτρώσει.
Έτσι, εκείνο το ξημέρωμα άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι των σκέψεων της και να αξιολογεί τα πάντα από την αρχή. Ήταν ξανά ένα άδειο χαρτί, όπως τότε που ξεκινούσε η ζωή της και ήθελε με ζωντανά χρώματα να γράψει από την αρχή τη δική της ιστορία, είτε θα ήτανε σύντομη, είτε όχι. Αφού αρχικά προσπάθησε μάταια να μοιραστεί το φόβο της με κάποιους ανθρώπους που θεωρούσε δικούς της και δε βρήκε εκεί τη γαλήνη που τόσο απεγνωσμένα αναζητούσε, κατέβηκε να δει τη θάλασσα με μόνη συντροφιά ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και ένα πακέτο καπνό. Και ήξερε πως ακόμη και αν αποδεικνυόταν για ακόμα μια φορά η ζωή της κάτι το δεδομένο, αυτή τη φορά θα τη φρόντιζε. Έμοιαζε με τελετουργικό. Ήταν η ως τώρα ζωή της γραμμένη στις σελίδες ενός τετραδίου με μαύρο στυλό, και εκείνη τις έσκιζε μία μία. Τις σελίδες τις πιο στενάχωρες τις έκαιγε με το τσιγάρο της, άλλες τις έσκιζε και τις πετούσε στη θάλασσα και άλλες τις έθαβε μέσα στην άμμο
Όλοι πίστευαν πως ήταν «η χαρά της ζωής», εκείνη που θα έκανε τους πάντες άλλοτε να χαμογελάνε και άλλοτε να ξεκαρδίζονται στα γέλια, εκείνη που άκουγε τους πάντες και κρατούσε καλά κρυμμένα τα μυστικά τους. Αυτή με τους πολλούς φίλους, αλλά και την έντονη ερωτική ζωή. Και όμως , όταν εκείνη για πρώτη φορά φοβήθηκε πραγματικά ήτανε μόνη της. Ήταν αυτή, ένα μπουκάλι κρασί, μερικά τσιγάρα και η θάλασσα. Και μαζί με το φόβο άρχισε να αισθάνεται πίκρα και θυμό! Και κάπως έτσι ξεκίνησε να μεταμορφώνεται σταδιακά. Είχε πάψει πια να έχει σημασία το πως θα την βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι. Το μόνο που ήθελε πια ήτανε να αγκαλιάσει τον εαυτό της. Να μην τον κατακρίνει, να μην τον πιέζει να ζει με βάση τις προσδοκίες των άλλων. Δε λαχταρούσε απλώς να παρατείνει το χρόνο της επάνω στη γη, ήθελε να ζει την κάθε μέρα σα να είναι η τελευταία δίνοντας αξία σε κάθε λεπτό.
Έτσι πια δε θα δάκρυζε για κάθε «σ' αγαπώ» που είχε το θάρρος να ξεστομίσει σε ανθρώπους που δεν βρήκαν το κουράγιο να της πουν το αντίστοιχο. Ήταν πολύ δειλοί για εκείνη. Δε θα πονούσε για όσα μεγάλα όνειρα τόλμησε να κάνει και δεν εκπληρώθηκαν. Γιατί μπορούσε σε έναν αποστειρωμένο συναισθηματικά κόσμο να ονειρεύεται σαν παιδί, και ας την λέγαν αφελή επειδή στο τέλος δεν τα κατάφερε. Δεν θα πίστευε πια πως είναι παράξενη που δεν την ενδιαφέρουν τα χρήματα. Δεν ήθελε να καταφέρει να κερδίζει πολλά χρήματα, γιατί ήξερε πως θα κατέληγε δούλος τους. Ήθελε απλώς να μπορεί να αναπνέει, να αισθάνεται τον ήλιο να ζεσταίνει το πρόσωπό της, ήθελε να ακούει τα κύματα, όπως αυτό εδώ το βράδυ. Δεν την ένοιαζε πια που την σχολίαζαν πως έχει περάσει τα τριάντα και «δεν έχει φτιάξει τη ζωή της», άλλωστε το μόνο που ζητούσε πάντα ήτανε κάτι αληθινό που θα την έκανε να νιώθει με όλη τη δύναμη της ψυχής της και δε θα συμβιβαζόταν με τίποτα λιγότερο. Δεν ένιωθε ενοχές εξαιτίας κάποιου Θεού τιμωρού, που θα καταδίκαζε τον τρόπο ζωής της, επειδή δεν ζει με βάση κάποια παράξενη ηθική που πάει κόντρα με την ανθρώπινη, αδύναμη και ευάλωτη της φύση. Δεν θα κυνηγούσε πια κάποια επαγγελματική εξέλιξη που ενδέχεται και να μην την έκανε χαρούμενη εν τέλη. Δεν την ενδιέφερε πια κανένα «φαίνεσθαι», επιθυμούσε απλά να μπορεί να υπάρξει με τη ψυχή της ανάλαφρη. Δεν είχε σημασία πια αν θα ήταν αποτυχημένη στα μάτια των άλλων, είχε πάρει αγκαλιά τον εαυτό της και δε θα σπαταλούσε καμιά στιγμή πια, για να χτίσει κάποιο αύριο που ίσως να μην ξημερώσει ποτέ!
Και κάπως έτσι, η Ειρήνη αποκοιμήθηκε κοιτάζοντας τα αστέρια και ακούγοντας τον ήχο της θάλασσας, πιο ήρεμη, σχεδόν έχοντας ξαναγεννηθεί!