Πατέρα σε μισώ !


Σε μισώ για όλα εκείνα που δεν κατάλαβες για μένα. Για τη παιδική αθωότητα που μου στέρησες απαιτώντας από μένα να συμπεριφέρομαι σαν ενήλικας από πολύ νωρίς. Σε μισώ γιατί με τρόμαζες από τα πέντε μου, βάζοντας μου να βλέπω θρίλερ με “την Αποκάλυψη”, επειδή από νωρίς “έπρεπε να ξέρω”. Μόνο που τρόμαζα και έβλεπα εφιάλτες για χρόνια και φοβόμουν πολύ, μα εσένα δε σε ένοιαζε!

Σε μισώ γιατί δε νοιάστηκες ποτέ που φοβήθηκα και ήμουνα μόνη, ειδικά όταν η μητέρα μου με εγκατέλειψε και κλείστηκε σε ένα δικό της κατάμαυρο κόσμο μετά το θάνατο της γιαγιάς. Σε μισώ που με άφησες να το δω τη γιαγιά μου νεκρή και να παρακολουθήσω ολόκληρο το τελετουργικό, από το σπίτι μέσα στο φέρετρο και τελικά μέσα στο χώμα. Πήγαινα στο νηπιαγωγείο τότε... Και το ξανάκανες όταν πέθανε η δική σου η μάνα από ασιτία λένε, μια και κανείς δε φρόντιζε να έχει φαγητό ή τουλάχιστον να το τρώει. Ήμουνα στο δημοτικό. Ποιος ξέρει; Ίσως ήθελες να μου είναι οικείος ο θάνατος!

Σε μισώ γιατί δεν ήμουν ένα χαρούμενο παιδί. Σε μισώ γιατί ήμουν τόσο τρομαγμένη που δεν είχα φίλους και φοβόμουν πολύ, φοβόμουν τους πάντες. Ήσουν πολύ απασχολημένος για να νοιαστείς για το τι μου συνέβαινε. Κι όταν ήμουν “κακό παιδί” με χτυπούσες, με χτυπούσες άσχημα πιο πολύ για να ξεσπάσεις! Και σε μισώ ακόμη πιο πολύ που μέχρι σήμερα δεν το έχεις παραδεχθεί και πιστεύεις πως είχες δίκιο και έκανες καλά. Και σιγά σιγά άρχισαν να με δέρνουν κι άλλοι. Και σιγά σιγά άρχισα να πιστεύω πως το αξίζω! Και άρχισα να πιστεύω πως είμαι τίποτα, και με αυτό το δαίμονα που μου φύτεψες πολεμάω μέχρι και σήμερα.

Μεγαλώνοντας άρχισαν στο ξύλο να υπερβάλλουν κάποιοι και άρχισες να υπερβάλλεις και συ. Έπρεπε να επέμβεις γιατί θεωρητικά ήσουνα πατέρας! Αλλά η μικρή κοινωνία τους κάλυπτε με τη δικαιολογία πως “το φταίξιμο δε μπορεί να είναι μονάχα δικό τους”. Και εσύ κουνούσες καταφατικά το κεφάλι, γιατί ήξερες πως έκανες το ίδιο.

Σε μισώ γιατί με μετέτρεψες στο απόλυτο τίποτα. Και μεγάλωσα λίγο ακόμη και το στομάχι μου γινότανε κόμπος κάθε πρωί για χρόνια. Τα βράδια το μαξιλάρι μου μούσκευε από τα δάκρυα, και όλα αυτά χάρη σε σένα! Ο φόβος που μου φύτεψες με συνόδευε πάντα...Προσπαθούσα όμως και κατάφερνα πολλά. Πάντα για σένα όμως ήμουνα λίγη!

Και όταν πια δε μπορούσες να με χτυπάς με τα χέρια και να μου κάνεις πληγές στο σώμα, φρόντιζες να με χτυπάς με τα λόγια και να μου κάνεις πληγές στη ψυχή. Πάντα μου φώναζες, με μείωνες... Άλλες φορές με έβριζες αλλά δεν το παραδεχόσουν. Έπρεπε να είσαι ο αρχηγός, ο Θεός μου και εγώ να σε προσκυνάω. Έπρεπε να σε βλέπω σαν τον απόλυτο αφέντη. Μη ξεχνάμε πως είμαι γυναίκα και “ ΔΕΝ πρέπει να έχω γνώμη”. Πάντα για σένα ήμουνα λίγη, στην πραγματικότητα πρέπει να είμαι λίγη!

Σε μισώ γιατί όταν πήρα ασπιρίνες για να φύγω μακριά, εσύ έφυγες ακόμη πιο μακριά μου. Σε χρειαζόμουν δίπλα μου και δεν ήσουν. Βέβαια δεν περίμενα κάτι διαφορετικό, ήξερα πως δεν θα είσαι εκεί. Ήρθες λοιπόν, για πολύ λίγο. Την επόμενη μέρα έφυγες για αλλού! Ήθελα να μείνει κάποιος κοντά μου εκείνη τη νύχτα. Ήθελα να με ρωτήσεις γιατί το έκανα!Δε με ρώτησες ποτέ... Δε σε ενδιέφερε να μάθεις, γιατί μπορεί να μάθαινες και τις αιτίες πέρα από τις αφορμές.

Σε μισώ γιατί πάντα μου έλεγες πως “κακώς σπούδασα. Όλοι οι μορφωμένοι άνθρωποι είναι κακοί άνθρωποι. Έπρεπε να είχα γίνει κομμώτρια”. Σε μισώ γιατί με φώναζες πόρνη επειδή δεν είμαι “παρθένα”. Σε μισώ γιατί μια μέρα πριν την ορκωμοσία μου μου είπες: “Ε και που παίρνεις πτυχίο; Και τι μ' αυτό; Με τα λεφτά που έδωσα για να 'ρθεις εδώ και να το πάρεις, θα έχτιζα τέσσερις πολυκατοικίες!”. Σε μισώ γιατί όταν σου ζήτησα να μου δανείσεις το αντίτιμο δύο ενοικίων για τον επαγγελματικό μου χώρο και έπειτα να σου τα επιστρέψω, μου απάντησες: “Ούτε να το σκέφτεσαι! Σε καμία περίπτωση! Να πας να μοιράζεις φυλλάδια!”

Μπορεί να είσαι πατέρας μου, μα εγώ σε μισώ, γιατί με μισείς και εσύ!