Όλη μου τη ζωή, κρυβόμουνα γιατί
το 'θελα μα φοβόμουνα να φύγω.
Κάποτε αγάπη έλεγα αυτή την ενοχή
μα τώρα μ' εκδικείται λίγο-λίγο.

Όλη μου τη ζωή μού 'βγαινε η ψυχή
κάτι να θυμηθώ, κάτι ν' αρχίσω.
Να 'ναι καλοί οι φίλοι κι οι λογαριασμοί
και να μη χρειαστεί να τα σκαλίσω,
κάτι να θυμηθώ κάτι ν' αρχίσω.

Μου 'μάθαν να μισώ, ν' αρκούμαι στο μισό
να χάνω, να κερδίζω, να ποντάρω.
Να παίρνω διαταγές, να σπάω επιταγές,
σε κάθε ευκαιρία να κορνάρω.

Να σφίγγω τα λουριά, με τόση μαστοριά,
να βρίσκω μία λύση στο ποδάρι,
να κλείνω τα παντζούρια και μόνη συντροφιά,
να σφίγγω πιο πολύ το μαξιλάρι,
να βρίσκω μία λύση στο ποδάρι.

Όλη μου τη ζωή, μια δεύτερη κρυφή,
αγέννητη η ζωή μ' ακολουθούσε.
Δεν κοίταζε στα μάτια, δεν ήταν φορτική,
δε μίλαγε μα όλα τα ζητούσε,
μια θάλασσα μικρή μ' ακολουθούσε.