Πως άφησε την πόλη και αγόρασε καΐκι !

Ήτανε πάντα με μια βαλίτσα στο χέρι. Μετακόμιζε από τόπο σε τόπο, από γειτονιά σε γειτονιά χωρίς να βρίσκει ένα μέρος που να το θεωρεί δικό του. Γέμιζε το μυαλό του με εικόνες καμιά από αυτές όμως δεν τη θεωρούσε δική του. Στο τέλος ήταν πάντα ο ξένος. Μάζευε τα πράγματα του για ακόμη μια φορά και έφευγε για αλλού, με την ελπίδα πως την επόμενη φορά θα ριζώσει. Πάντα όμως κάτι δεν πήγαινε καλά και παρέμενε ένας απλός συλλέκτης ξένων εικόνων. Και ξανά τα ρούχα έμπαιναν μέσα στη βαλίτσα και την έσερνε ξανά προς μια νέα κατεύθυνση. Και όπως την έσερνε στο δρόμο η βαλίτσα αποκτούσε καινούργιες γρατσουνιές, μόνο που γρατσουνιές δεν είχε μονάχα η βαλίτσα, αλλά και η ψυχή του. “Και τώρα τι;” σκεφτόταν μόλις ξεκινούσε κάθε νέο του ταξίδι. Βέβαια, είχε μετατραπεί σε ρουτίνα να ξεκινάει από την αρχή και ήξερε πλέον τα διαδικαστικά. Κάθε φορά η ρουτίνα ήταν η ίδια. Αποκτούσε μια νέα διεύθυνση που έπρεπε να μάθει. Έπρεπε να ξεχάσει τη προηγούμενη του διεύθυνση και να μην τη μπερδέψει με τη νέα. Μάθαινε κάθε φορά που είναι το κοντινότερο περίπτερο, το κοντινότερο σουπερμάρκετ και ο κοντινότερος φούρνος. Το χειρότερο για εκείνον όμως ήταν πως έβλεπε κάθε φορά νέες φάτσες και έπρεπε να απομνημονεύει ονόματα. Νέες φάτσες τόσο ίδιες με τις προηγούμενες, φαινομενικά νέες καταστάσεις που ήταν τόσο ίδιες με τις παλιές! Πνιγόταν! Το ταξίδι του ήταν ατέλειωτο και δεν έβλεπε την Ιθάκη του να πλησιάζει.
Ήταν και η ρουτίνα της δουλειάς του που τον σκότωνε. Όσο και αν άλλαζε ο τόπος η φύση της δουλειάς του δεν άλλαζε, παρέμενε δασκαλάκος... Επόμενη μετάθεση, επόμενος τόπος, πάλι τα ίδια, έμενε ανικανοποίητος. Πίστευε βαθιά μέσα του πως είχε να δώσει πολλά, ήθελε να προσφέρει γνώσεις και παιδεία στους μαθητές του. Παραδόξως όμως όλοι τον αντιμετώπιζαν σαν να ήτανε τρελός! Οι συνάδελφοι του, ως γνήσιοι δημόσιοι υπάλληλοι τον κοίταζαν σαν εξωγήινο πλάσμα που κατέβηκε από τον ουρανό. Για τους μαθητές ήταν αόρατος και για τους γονείς δυνάστης, όπως αρμόζει η συνήθεια του ελληνικού δημόσιου σχολείου. Εκείνος ξεκινούσε κάθε πρωί με όρεξη να προσφέρει και γυρνούσε άπραγος στο σπίτι κάθε μεσημέρι. Για χρόνια η ίδια ιστορία κάθε μέρα ξανά και ξανά. Δεν ήτανε μονάχα τα ταξίδια από τόπο σε τόπο και οι γρατσουνιές επάνω στη βαλίτσα, ήτανε και που κάθε μέρα δεν μπορούσε να πλησιάσει το στόχο του. Και έτσι μια μέρα αποφάσισε να κάνει την τελευταία του μετακόμιση, τα παράτησε όλα και αποφάσισε να πάει να ζήσει μόνος σε ένα ψαροχώρι. Αγόρασε ένα μικρό καΐκι και όλο τον εξοπλισμό που χρειάζεται κάποιος για να γίνει ψαράς. Τουλάχιστον έτσι ήξερε πως θα ρίχνει τα δίχτυα του και δε θα επιστρέφει άπραγος, μέχρι να αδειάσουν το βυθό οι μηχανότρατες...