Γκρίζο βουνό

Ανέβαινε κάθε μέρα στο βουνό, εκεί περνούσε τις ώρες του. Άλλωστε δεν υπήρχε ζωή για εκείνον πέρα από εκεί πάνω στο βουνό στην άκρη του χωριού. Εκεί απομονωνόταν, εκεί περνούσε τις ώρες του. Ανέβαινε στο βουνό του με το πρώτο φως της μέρας και κατέβαινε στον κόσμο ξανά μόλις νύχτωνε και κρυβόταν στον κόσμο. Όσο για το πώς τα ‘βγαζε πέρα, είχε κάποια λεφτά στην άκρη από τον καιρό που ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους, και έτσι μπορούσε μια φορά τη βδομάδα να γεμίζει το ψυγείο και να έχει τροφή. Ακόμη και αυτή τη μια φορά που έπρεπε να έρθει αντιμέτωπος με τα τέρατα τη μισούσε!

Εκεί πάνω στο βουνό ήτανε όλα αλλιώς, εκεί ένιωθε ελεύθερος, εκεί έπαυε να φοβάται. Μαζί με τα τρία σκυλιά του περνούσαν τη μέρα μέσα στο δάσος. Τάιζε και φρόντιζε όσα ζώα άφηναν κάποιοι εκεί για να πεθάνουν, φύτευε δέντρα στα σημεία που κάποιοι φρόντισαν τα πάντα να έχουν καεί και έπειτα περνούσε τις ώρες του χαζεύοντας το ποτάμι. «Ο τρελός του χωριού», έτσι τον είχαν βαφτίσει οι άνθρωποι οι λογικοί, που γνώριζαν τα πάντα και φαινομενικά ζούσαν μια φυσιολογική ζωή. Αυτό γινόταν κάθε μέρα για χρόνια, από τη μέρα που αποφάσισε να πετάξει το κουστούμι και να τα αφήσει όλα πίσω του.

Μια μέρα έτσι απλά όλα τέλειωσαν. Έτσι και αλλιώς όταν είσαι στην άκρη μιας κοινωνίας αξίζεις πάντα λιγότερο. Ήταν εκεί στο βουνό με τα σκυλιά του και χάζευε το ποτάμι. Έφταιγε που εμπόδιζε το οπτικό πεδίο ενός κυνηγού. Ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος, τα πουλιά πέταξαν, και το νερό του ποταμιού έγινε κόκκινο. Σειρά είχαν τα σκυλιά του «τρελού του χωριού» που μετά από αυτό έκαναν πολύ θόρυβό…
Δεν τον σκότωσε η πόλη και το κουστούμι που έσκισε όσο ήταν στέλεχος εκείνης της πολυεθνικής-παρόλο που αυτό φοβόταν μια ζωή-και τον σκότωσαν οι χωριάτες…