Σύντομα και εκείνη θα είναι ένα φάντασμα όπως εγώ!

Η αρχή του τέλους για τη Δανάη ξεκίνησε μια παγωμένη νύχτα του περασμένου Ιανουαρίου, τότε που δεν σκίστηκε η καρδιά της στα δύο, αλλά ο εαυτός της. Παράδοξη αγάπη για τον κυνικό τούτο κόσμο, αγάπη μέχρι θανάτου την άκουγα πάντα να λέει, και έλεγε αλήθεια. Οι φίλες της, τα παιδιά της λογικής, πάντα την κορόιδευαν όταν άκουγαν αυτήν τη φράση, οι γονείς της φοβόντουσαν, ο κόσμος την έλεγε τρελή και εκείνη απλώς ονειρευόταν και αγαπούσε ακόμη και όταν η καρδιά της γινόταν χίλια κομμάτια.

Και ξαφνικά χωρίς να το καταλάβει έχασε το μισό κομμάτι του εαυτού της, και συνειδητοποίησε πως ο Πέτρος ποτέ δεν την είχε δει κάπως έτσι, σαν το μισό του δηλαδή, αλλά σαν κάτι έξω από εκείνον από το οποίο έπρεπε οπωσδήποτε να απαλλαχτεί. Την απάτησε, όμως ακόμη και αυτό θα του το συγχωρούσε, αρκεί να μην έμενε μισή. Εκείνη τη νύχτα χιόνιζε, παγωνιά είχε έξω, παγωμένη έμενε και η ψυχή της. Άκουσε σκληρά λόγια, λόγια που δεν περίμενε να ακούσει ποτέ και νόμιζε πως είχε βυθιστεί σε έναν εφιάλτη. Όχι, δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν αλήθεια! Φόβος και πόνος. Έτρεμε ολόκληρη και δεν έφταιγε το κρύο και το χιόνι για αυτό. Και μόλις εκείνος μετά από ώρες «διαπραγματεύσεων» της ανακοίνωσε πως θα προτιμήσει κάποια που ήξερε μερικές μόλις μέρες, το μυαλό της τότε θόλωσε για τα καλά! Η Δανάη άρχισε να τρέχει κλαίγοντας στο δρόμο ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Οι κολώνες ήταν αρκετά σκληρές ώστε να επιχειρήσει να σπάσει το κεφάλι της. Ήθελε να βλάψει τον εαυτό της με κάθε δυνατό τρόπο! Εκείνος έτρεξε πίσω της επειδή τάχα νοιαζόταν και έπειτα έμεινε μόνη της, έμεινε μισή.
Συνέχισε να τιμωρεί τον εαυτό της με κάθε τρόπο. Δεν ήθελε να υπάρχει. Περνούσε ολόκληρα εικοσιτετράωρα άυπνη, σύντομα ήρθαν η διπλή δόση αντικαταθλιπτικών, τα ηρεμιστικά. Αργότερα άρχισε να κόβεται τις νύχτες, και κάποιες άλλες νύχτες να κάνει σεξ με όποιον να’ ναι. Έπειτα ήρθαν και άλλα χαπάκια για να της μειώσουν τον παρορμητισμό... Όμως ήταν ήδη νεκρή από τον Ιανουάριο και απλώς επιβίωνε αναγκαστικά χωρίς να το θέλει.Δεν ήταν ευτυχισμένη, δεν υπήρχε τίποτα που να την κάνει ευτυχισμένη και δεν τολμούσε να το πει γιατί ο κόσμος έξω από εκείνη είχε συνηθίσει να της λέει πως το φταίξιμο ήτανε πάντα δικό της που δεν ήταν κάπως αλλιώς.
Δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα που να μην είχε θρηνήσει για τη νεκρή πλευρά του εαυτού της που πέθανε τον Ιανουάριο. Η άδεια πλευρά ήταν η αριστερή, στο μέρος της καρδιάς και είχε πια σαπίσει… Κουβαλούσε τόσο καιρό μαζί της το κουφάρι και δεν μπορούσε να το αποχωριστεί, και ο πόνος ήταν αφόρητός. Ήτανε βέβαιο πως θα σκότωνε και τη ζωντανή πλευρά, επειδή δεν άντεχε πια τον αφόρητο πόνο.

Πολλές φορές, ειδικά τώρα που καλοκαιριάζει την παρατηρώ από μακριά να κάθεται μονάχη της και να σκέφτεται. Θυμάμαι κάποτε όταν ο Πέτρος αρρώστησε βαριά και λέγανε πως μπορεί να χαθεί, που μου είπε μυστικά «αν χαθεί θα χαθώ και εγώ. Όπου είναι θα είμαι και εγώ, και δεν με νοιάζει καθόλου που θα είναι αυτό», ήξερα πως έλεγε αλήθεια, δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνον. Και τώρα τη βλέπω, έχει καταστραφεί εντελώς, δεν χαμογελάει πια αληθινά, μονάχα ψεύτικα «όταν και επειδή πρέπει». Θα χαθεί, το ξέρω, αλλά ίσως είναι καλύτερα έτσι. Ξέρω δυο τρία πραγματάκια που θα την έκαναν ευτυχισμένη, αλλά και αυτά ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας.

Η Δανάη διαφέρει από όλους τους άλλους μονάχα σε ένα πράγμα: θεωρεί τους ανθρώπους πραγματικά σημαντικούς και όχι αναλώσιμους. Για εκείνην δεν αλλάζουν απλώς τα ονόματα, και δεν της αρκεί να έχει όποιους να ‘ναι δίπλα της απλά και μόνο για να περνάει η ώρα. Η θεωρία «σήμερα εσύ, αύριο εσύ και μεθαύριο κάποιος άλλος» δεν ίσχυε για τη Δανάη, γιατί έβαζε στην καρδιά της τους ανθρώπους, άσχετα αν εκείνοι λίγο αργότερα της την μαχαίρωναν. Βέβαια η έλλειψη ανθρώπων την έκανε να μην τους θεωρεί δεδομένους, μια και δεν είχε παρέες μικρούλα και έτρωγε ξύλο στο σχολείο επειδή ήταν το παχουλό κοριτσάκι που φορούσε γυαλάκια, ο καλός της ο πατερούλης τη ρήμαζε κάθε μέρα στο ξύλο επειδή είχε νεύρα, η καλύτερη της φίλη, η πρώτη φίλη που απέκτησε την άφησε εντελώς μόνη έπειτα από οκτώ χρόνια φιλίας χωρίς ουσιαστικό λόγο και έπειτα έμπλεξε με
λυκοφιλίες που φυσικά και αυτή τη στιγμή δεν είναι εδώ! Λυπάμαι που θα το πω, μα η Δανάη δεν έχει ελπίδα, αναπνέει για να υπάρχει απλώς δυστυχισμένη, και κανένας άνθρωπος δεν νοιάζεται για αυτήν! Εγώ είμαι απλώς ένα φάντασμα που παρατηρώ τους ανθρώπους, τους ακούω όταν παραμιλούν, και κάποιες φορές διαβάζω τις σκέψεις τους. Δυστυχώς εγώ το φάντασμα δεν μπορώ να κάνω τίποτα, αφού εσείς οι άνθρωποι αδιαφορείτε! Λυπάμαι, η Δανάη σε λίγο θα είναι και αυτή φάντασμα όπως εγώ.