Πάτησα το πόδι μου στη γη
μέσα στο αίμα
και μέσα στο ψέμα.
Έπρεπε να πληρώσω!
Ήθελε η μάνα μου να πληρώσω
για το αίμα που έχασε στη γέννα μου,
και για το γάλα που με βύζαξέ.
Έπρεπε να πληρώσω!
Και κοίτα να δεις
που συνήθιζε να μου λέει
πόσο πολύ μ’ αγαπούσε.
Μα έλεγε ψέματα,
μόνο πικρά μεγάλα ψέματα.

Πάτησα το πόδι μου στη γη
μέσα στο αίμα
και μέσα στο ψέμα.
Έπρεπε να πληρώσω!
Ήθελε ο πατέρας μου να πληρώσω
για τη ζωή που έχασε μόλις ξεμύτισα
και για το χρήμα που σπατάλησε,
έπρεπε να πληρώσω!
Και κοίτα να δεις
που συνήθιζε να μου λέει
πόσο πολύ μ’ αγαπούσε.
Μα έλεγε ψέματα,
μόνο πικρά μεγάλα ψέματα.

Και έπειτα ήρθαν οι φίλιες,
και έπρεπε να πληρώσω,
που δεν ήμουν ό,τι θα ‘θέλαν.
Γέμιζα απλώς τον χρόνο τους,
για όσο ήτανε άδειος
και έπρεπε να πληρώσω
που δεν ήμουν ό,τι θα ‘ θελαν.
Και κοίτα να δεις
που συνήθιζαν να μου λένε
πόσο πολύ μ’ αγαπούσαν.
Μα μου έλεγαν ψέματα,
μόνο πικρά μεγάλα ψέματα.

Και έπειτα ήρθαν οι έρωτες
και έπρεπε να πληρώσω,
έτσι απλά επειδή υπήρχα
και επειδή τολμούσα και ανέπνεα,
για αυτό έπρεπε να πληρώσω!
Και κοίτα να δεις
που συνήθιζαν να μου λένε
πόσο πολύ μ’ αγαπούσαν.
Μα μου έλεγαν ψέματα,
μόνο πικρά μεγάλα ψέματα.

Και τώρα πια,
απλά δεν πιστεύω λέξη.
Κουνάω καταφατικά το κεφάλι,
χαμογελάω,
και μέσα μου ξέρω
πως δεν υπάρχει αλήθεια.
Νιωθώ το κενό
και δεν πρόκειται
ποτέ να πιστέψω
πως υπάρχει αλήθεια
στους εχθρούς μου!
Ο,τι και να λέτε
δεν πιστέυω λέξη.