Πέρασαν χρόνια από τότε που τη συνάντησα και μου μίλησε χωρίς καν να με ξέρει, ποτέ όμως δεν ξέχασα τα μάτια της, και για καιρό μετά από εκείνη τη νύχτα ένιωθα τα μάτια της σα να με κυνηγάνε!

Την παρατήρησα να κάθεται σε ένα παγκάκι σχεδόν κουλουριασμένη, να τρέμει και να κλαίει με λυγμούς, με ένα τσιγάρο στο χέρι που απλώς δεν το κάπνιζε… Την προσπερνούσαν όλοι οι άνθρωποι, όπως η ανθρωπιά τους τους προστάζει άλλωστε. Αυθόρμητα κάθισα δίπλα της, δεν το περίμενε και τρόμαξε! Το ίδιο αυθόρμητα όμως μόλις με κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά άρχισε να μου μιλάει σα να με ξέρει…

«Δεν τον ήξερα καιρό. Ήξερε όμως να με πείθει με όμορφα λόγια… Βέβαια εμένα το μυαλό και η καρδιά μου ήταν ξεχασμένα αλλού, σε μια παλιά ιστορία. Δεν ήθελα να κάνω κάτι μαζί του, πριν αισθανθώ κάτι και το είχα πει εκατό φορές! Δεν ένιωθα τίποτα για αυτόν αλλά δελεαζόμουν από τα όμορφα λόγια. Ήθελα να βρεθώ κάπου που στο τέλος να ήμουν ασφαλής. Δεν ήθελα να μένω μόνη μαζί του, δεν ήθελα να γίνει κάτι ώσπου να αισθανθώ κάτι για αυτόν. Σήμερα λόγω βροχής δεν γινόταν να πάμε βόλτα. Δεν υπήρχαν και λεφτά για έξω. Μου είπε να πάω σπίτι του να δούμε ταινία, μόνο που αυτό το σπίτι δεν ήτανε το δικό του και ο στόχος του δεν ήταν να δούμε ταινία. Ήταν το σπίτι ενός φίλου του. Σύντομα βρέθηκα να αναπνέω την αηδιαστική του ανάσα, και να σιχαίνομαι νιώθοντας το βρωμερό του σώμα πάνω στο δικό μου. Και έπειτα πήγε και ο φίλος του να με αρπάξει και τότε πάλεψα για να φύγω…»

Την έβλεπα άδειο σακί. Η ψυχή της είχε φύγει μακριά σε κάποιο ασφαλές σημείο. Θυμάμαι ακόμη εκείνα τα δακρυσμένα τεράστια μάτια!...