Θανατηφόρα η φαντασία, η πραγματικότητα ή η αγάπη;

Το είχε αυτό το «ελάττωμα» η Θάλεια… Δεν μπορούσε να αποχωρίζεται, είχε βαρεθεί να αποχωρίζεται εκείνους τους ανθρώπους που αγαπούσε και έτσι το μυαλό της επειδή δεν άντεχε άρχισε να χτίζει φανταστικά καταφύγια για να αντέξει τον πόνο. Κάποιοι αυτό το βαφτίζουν «τρέλα», μόνο που εκείνη έτσι ήτανε ευτυχισμένη μέσα στο φανταστικούς κόσμους που είχε πλάσει και φυσικά δεν έβλαπτε κανέναν, απλώς έπαψε να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα…

Όλα ξεκίνησαν αμέσως μετά το χωρισμό της Θάλειας με το Θωμά. Ήταν σκληρό για αυτή, δε μπορούσε με τίποτα να το αντέξει. Αρχικά έπεσε σε κατάθλιψη, και έπειτα άρχισε σιγά σιγά να χάνει τα λογικά της. «Όχι! Ο Θωμάς μου δεν έφυγε από το σπίτι!» έλεγε περήφανη σε όλους, άσχετα από το αν τη ρωτούσαν ή όχι, «Εκείνος που έφυγε δεν ήτανε ο Θωμάς, ήτανε ο σωσίας του. Το Θωμά μου τον έχουνε απαγάγει οι κακοί και εγώ θα πάω να τον βρω και να το σώσω γιατί με περιμένει!». Όλοι γελούσανε πια μαζί της, ήτανε η γραφική του χωριού και με τη βούλα πλέον ως «τρελή». Αλλά ήταν ευτυχισμένη! Αυτό δεν το σκέφτηκε κανείς όμως, όλοι σκεφτόντουσαν μονάχα πόσo μεγάλη πλάκα έχει να ακούνε «τις μαλακίες» της…

Μια νύχτα η Θάλεια κυκλοφορούσε μονάχη στο χωριό καπνίζοντας και «ψάχνοντας το δρόμο για να πάει να ελευθερώσει το Θωμά» όπως έκανε πολύ συχνά. Μια παρέα από πέντε έξι, αγόρια, γύρω στα δεκάξι την αντιλήφθηκε την πλησίασαν όλοι μαζί αρχικά για να της κάνουν πλάκα. Της είπαν πως ήξεραν που είναι ο Θωμάς και ποιοι είναι αυτοί που τον έχουν απαγάγει και εκείνη χάρηκε, και ένιωσε σαν τον τυφλό που μόλις βρήκε το φως του. Την πήγαν στην άκρη του χωριού, σε ένα σημείο όπου δεν πατάει ψυχή και τη βίασαν ένας ένας. Ο πιο «μάγκας» από αυτούς, έκανε τη «δουλειά» τελευταίος και έπειτα της έκοψε το λαιμό… Όσο την βίαζαν μέχρι και λίγο πριν ξεψυχήσει η Θάλεια δε σταμάτησε στιγμή να λέει ένα πράγμα: «Το Θωμά μου πάρτε με να δω! Το Θωμά μου!»…

Την αληθινή αγάπη σ’ αυτό τον κόσμο την νιώθουν οι «ανώριμοι» και οι «τρελοί».