Μάνα σε μισώ!

Ποτέ δεν της χαμογέλασε! Ποτέ δεν της είπε μια καλή κουβέντα! Όταν η Πόπη ήταν ακόμη μωρό της ούρλιαζε επειδή δεν άντεχε λέει το κλάμα της, λες και δεν είχε βγει από τα σωθικά της. Όταν έγινε τριών την κλείδωσε ένα απόγευμα έξω από το σπίτι, επειδή είχε το θράσος να κατουρηθεί το μικρό κορίτσι επειδή φοβήθηκε που είδε τη μεγάλη γυναίκα να φωνάζει... Η μεγάλη γυναίκα έβγαλε το κοριτσάκι έξω από την τεράστια πόρτα για μια μεγάλη ώρα, και το μικρό κορίτσι κούρνιασε μονάχο στη γωνίτσα του πολύ φοβισμένο και έκλαψε σιωπηλά ένα πολύ μεγάλο ποτάμι με δάκρυα. Και όταν το κοριτσάκι έγινε πέντε χρονών και η γιαγιά της πέθανε, η μόνη μεγάλη γυναίκα που της χάιδευε τα μαλλιά, είδε την άλλη μεγάλη γυναίκα για πρώτη φορά να λυγίζει και να σπάει. Δεν είχε καταλάβει γιατί ήταν η γιαγιά της ακίνητη και γύρω μαυροντυμένος κόσμος, αλλά είδε για πρώτη φορά τη μεγάλη γυναίκα να ρίχνει ένα μεγάλο ποτάμι με δάκρυα, όπως έκανε κάθε μέρα και η ίδια! Για λίγο το κοριτσάκι πήγε να συμπονέσει τη μεγάλη γυναίκα, με τον αθώο τρόπο που ήξερε να κάνει ένα παιδί, όμως ο θάνατος της γιαγιάς θα σηματοδοτούσε το τέλος της όποιας υποτυπώδους σχέσης τους. Η Πόπη θα μεγάλωνε βλέποντας απλά την μάνα της να θρηνεί για την υπόλοιπη ζωή της για το θάνατο της γιαγιάς και αδιαφορώντας για το οτιδήποτε, η μάλλον όχι για το οτιδήποτε, η μάνα της κυνηγούσε τον αδερφό της για να βρει παρηγοριά, ο οποίος στο μεταξύ την έχει γραμμένη στα παλαιότερα των υποδημάτων του καθώς και ολόκληρη την υπόλοιπη οικογένεια, και έτσι η μεγάλη γυναίκα έριχνε στο πάτωμα ποτάμια από δάκρια, αδιαφορώντας για το ξύλο που έτρωγε από τον άντρα της το μικρό κοριτσάκι…
Και κάποια μέρα όταν το κοριτσάκι μεγάλωσε και έγινε και αυτό μεγάλη γυναίκα και δεν μπορούσε πια να το κλειδώνει πίσω από μεγάλες πόρτες, η πλέον πολύ μεγάλη γυναίκα έβρισκε ακόμη τρόπους να κομματιάζει την ήδη θρυμματισμένη ψυχή της! Μα πόσο πιο μικρά κομμάτια ήθελε να την αφήσει;
Λένε πως ό,τι πιο ιερό υπάρχει είναι η μάνα και η οικογένεια… Μαλακίες λένε!