Το κοριτσάκι που κρυβόταν πίσω από τα λυόμενα...


Τη θυμάμαι ακόμη. Δεν ήταν πάνω από 8 χρονών, καστανή, με πράσινα μάτια και στρογγυλό πρόσωπο. Είχε κόκκινα μάγουλα και τα μάτια της ήταν μονίμως κόκκινα, από τα δάκρυα ίσως. Φοβότανε πολύ, και ήταν πολύ μικρή να καταλάβει τι ακριβώς φοβάται και για ποιο λόγο. Την έβλεπα να προσπαθεί να πλησιάσει τα άλλα παιδάκια και εκείνα να της γυρίζουν τη μικρή τους πλάτη, και εκείνη να συνεχίζει να προσπαθεί και να συνεχίζουν να την γυρνούν την πλάτη και όταν πια κουραζόταν η μικρούλα από τις πολλές προσπάθειες πήγαινε και κρυβόταν φοβισμένη πίσω από κάτι λυόμενα στην πίσω αυλή του σχολείου. Την έβλεπα να κάθεται στο βρεγμένο από τη βροχή τσιμέντο, να κουλουριάζεται προσπαθώντας μάταια να μη κρυώνει και να κλαίει ασταμάτητα. Έπειτα, να ακούει το κουδούνι… να σηκώνεται και να σκουπίζει το πρόσωπό της με τα υγρασιασμένα μικρά χεράκια της και μετά από μια ώρα ξανά εκεί, να κάνει το ίδιο, αφού κανείς δεν είχε αντιληφθεί πως υπάρχει και αυτή η μικρούλα ανάμεσα στα άλλα παιδάκια, μα ακόμη και αν το είχαν αντιληφθεί, ακόμη και αν την είχαν καταλάβει που από το φόβο της έτρεχε και κρυβόταν και έκλαιγε εκεί πίσω, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κανείς δεν νοιάστηκε.


Το κοριτσάκι σιγά σιγά μεγάλωνε και εκτός από το τι σημαίνει εγκατάλειψη και μοναξιά, μάθαινε και το τι σημαίνει βία. Την είδα να παθαίνει πολλά, είδα πολλά τραύματα στη ψυχή και στο σώμα της, αλλά δε θα σας μιλήσω για αυτά επειδή εκείνη δεν ήθελε ποτέ να θυμάται. Αργότερα μεγάλωσε κι άλλο η γωνιά πίσω από τα λυόμενα ήτανε πάντα εκεί, όχι στα αλήθεια βέβαια, αλλά μέσα στο μυαλό της. Και η αντίδραση των γύρω ήταν ίδια, μόνο που αυτή ήταν πραγματική, όπως δεν νοιάστηκαν τότε δε νοιάστηκαν και στη συνέχεια. Το τρομαγμένο κοριτσάκι, το είδα φοβισμένη έφηβη και έπειτα απογοητευμένη γυναίκα. Οι πλάτες των παιδιών που της γύρναγαν τη πλάτη έγιναν αργότερα πλάτες μεγάλων. Κάποτε, όταν αποφάσισα να είμαι εγώ μια από τις πλάτες που θα πάψουν να της είναι γυρισμένες μου είχε εμπιστευτεί ένα μεγάλο της όνειρο. Ήθελε να φύγει, όχι μακριά σε κάποια άλλη πόλη ή χώρα, αλλά ήθελε να φύγει πιο μακριά, να ξέφευγε από την ύπαρξη της. Είχα δει τον πόνο της από μακριά, όταν απλώς την παρατηρούσα να τρέχει και να κρύβεται φοβισμένη, στη συνέχεια έπαψα να τον παρατηρώ και τον έζησα και ήταν αφόρητος. Δεν μπορούσα να την κατηγορήσω για τίποτα, ήταν ηρωίδα που άντεχε τόσο πόνο! Μια μέρα ξαφνικά, έτσι απλά έφυγε μακριά…
Λένε κάποιοι εκ του ασφαλούς πως η αυτοκτονία είναι δειλία, αλλά πιστέψτε με δεν είναι έτσι. Πριν λίγο της άφησα ένα τριαντάφυλλο και ένα γράμμα που της έλεγα πως ποτέ δε θα την ξεχάσω, και πως καταλαβαίνω πολύ καλά για ποιο λόγο αποφάσισε να φύγει…