Είπες να πας μέχρι το περίπτερο, με τη τσίμπλα στο μάτι να πάρεις ένα πακέτο τσιγάρα μια και δε λες να το κόψεις και η όρεξη για τσιγάρο σου κόβεται απότομα όταν ο λιγούρης ο περιπτεράς σε γδύνει με τα μάτια του, (και σένα και κάθε θηλυκό σε ακτίνα 500 μέτρων) και ας μην είσαι δα και τόσο όμορφη μόλις έχεις ξυπνήσει! Μπορεί μέχρι εκείνη τη στιγμή να κοιμόσουν όρθια, το αηδιαστικό αυτό βλέμμα και οι φονικές ατάκες σε ξυπνούν απότομα…
«Τι κάνεις κουκλάρα μου; Τι θα πάρεις σήμερα; Το γνωστό;» σχεδόν βλέπω τα σάλια του να τρέχουν και αηδιασμένη κουνάω το κεφάλι καταφατικά.
«Ένα assos για την κουκλάρα μας! Γιατί δεν μας μιλάς βρε; Πάμε για ποτάκι το βράδυ!» λέει , και εγώ πετάω τα κέρματα και αρπάζω το πακέτο. Και μη τολμήσει κανείς να με ρωτήσει γιατί δεν πάω αλλού, γιατί η απάντηση είναι πως δεν υπάρχει άλλο περίπτερο ανοιχτό σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου…
Έχω αναγουλιάσει αρκετά λοιπόν, και επειδή όταν βρίσκομαι στο νησί και δεν βρισκόμαστε στη μέση της τουριστικής περιόδου, αλλά είναι ακόμη άνοιξη και δεν έχει κόσμο, το να περπατά μια γυναίκα στον άδειο δρόμο μονάχη είναι «ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ»! Προσπάθησα να κάνω μια βόλτα διανύοντας μια απόσταση περίπου 800 μέτρων μέχρι να φτάσω στην παραλία και να ηρεμίσω χαζεύοντας τη θάλασσα, η διαδρομή όμως μόνο ηρεμία δεν μου προσέφερε!
Αυτή την περίοδο οι μόνοι που περπατάνε στα άδεια πεζοδρόμια είναι διάφοροι έγχρωμοι κύριοι που έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στο νησί και έχουν καταντήσει να είναι «εξωτική ατραξιόν». Κάθε 30 μέτρα λοιπόν συναντούσα και από έναν και μου αρχίζανε τα «Ε ι α σσσοουυυ» (γεια σου) , και τα «Πωωως σσσεεε λλλενεεε;» ( πως σε λένε;) , και εγώ προχωρούσα όσο πιο γρήγορα γίνεται επειδή μέσα στην ερημιά αν σε ακολουθήσει κάποιος από αυτούς πάει χάθηκες!
Όλοι οι υπόλοιποι δεν κυκλοφορούν ποτέ πεζοί, αλλά μονάχα με τα αυτοκίνητα τους! Εγώ είχα το mp3 στα αυτιά και κάπνιζα προσπαθώντας να μην αρχίσω να κατεβάζω σιχτίρια και όμως η κατάσταση δεν με βοηθούσε… Τα δίποδα που σκέφτονται με το κάτω κεφάλι κάθε τρεις και λίγο αναβόσβηναν τα φώτα τους και κόρναραν κάνοντας με να αισθάνομαι σαν πόρνη που βγήκε να κάνει πιάτσα στη Συγγρού και όχι σαν έναν άνθρωπο που απλώς κάνει βόλτα! Και σε λίγο να τα μας… Κόβει ταχύτητα ένας κάφρος και οι 4 ρόδες που πάνω τους τσουλάει το ανύπαρκτο μυαλό του κυλάνε δίπλα μου… «Κοπελιά που πας;» ρωτάει και τον αγνοώ. Προχωράω πιο μπροστά και αυτός με ακολουθεί συνεχίζοντας να μιλάει μόνος του χωρίς να του δίνω καμία απολύτως σημασία και κάνω να περάσω απέναντι για να βρω την ησυχία μου μέσα στα στενά. Σταματάω για να κοιτάξω γύρω μη με πατήσει κανείς, σταματάει και αυτός και μου φωνάζει σαν να ήμουν κάποια από τις γίδες που έχει στη στάνη του τάχα για να με προσελκύσει: «είσαι πολύ μουν*ρ* !». Κοίτα να δεις που δεν έχω άδικο όταν λέω πως οι άντρες «συλλογίζονται» με τον κάτω εγκέφαλο τους, αφού επάνω δεν διαθέτουν κάτι τέτοιο… Αν συνέβαινε το αντίθετο θα μιλούσαν κάπως αλλιώς! Αν συνέβαινε το αντίθετο θα μιλούσε το κεφάλι το πάνω και όχι το κεφάλι το κάτω!