Εκείνη που έφυγε για να ξεφύγει από φανταστικούς κόσμους...


Ποτέ δεν καταλάβαινε τίποτα! Ό,τι και της έλεγαν εκείνη δεν τους άκουγε και όταν την ανάγκαζαν να ακούσει και τη ρωτούσαν τι θα κάνει παρακάτω εκείνη απαντούσε με ένα ξερό «δεν ξέρω». Ο παρορμητισμός της, έλεγαν όλοι, ήταν εκείνος που την έσπρωχνε στο γκρεμό, και το ότι δεν είχε εγωισμό… Ναι η έλλειψη εγωισμού ήτανε ένα επιπλέον πρόβλημα. Εκείνη όμως δεν τους άκουγε και όταν δεν έκανε ό,τι δεν έπρεπε απλά καθήλωνε το βλέμμα της μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης και προσπαθούσε να ζήσει σε ένα γυάλινο κόσμο. Οι άλλες οθόνες, εκείνες των υπολογιστών δεν της άρεσαν, γιατί μπορούσαν να τη φέρουν σε επαφή με ανθρώπους που δεν έπρεπε και έτσι δεν τις πλησίαζε. Σε μόλις 24 ώρες άφησε τα πάντα πίσω της. Παράτησε τη δουλειά της, ξενοίκιασε το σπίτι που ζούσε και έτρεξε να ζήσει σε ένα άλλο που «δεν θα της έφερνε μνήμες». Αγόρασε μαύρες κουρτίνες που κρέμασε παντού στο καινούργιο της σπίτι και πέταξε μαύρα υφάσματα επάνω σ’ όλα τα έπιπλα της. Κοιμόταν για ώρες επάνω στα μαύρα της σεντόνια και όταν ξυπνούσε τρόμαζε τόσο που κατέληγε να ξερνάει. Όταν σταματούσε να κάνει εμετό, έπινε λίγο νερό, άρπαζε ένα τασάκι και τα τσιγάρα της και καθόταν στο σαλόνι, στο πάτωμα κοιτάζοντας τον απέναντι τοίχο και τον καπνό της σιγά σιγά να ανεβαίνει. Μόλις κάπνιζε μερικά τσιγάρα σηκωνόταν όρθια, και άρπαζε το μπουκάλι με το ουίσκι…. Περνούσαν οι μέρες και εκείνη έβγαινε από το σπίτι με τις μαύρες κουρτίνες μονάχα για να αγοράσει τσιγάρα και ουίσκι. Όσο για το φαγητό; Αγόραζε όταν έβγαινε μια τυρόπιτα για να ξεγελάσει την πείνα της, δεν έτρωγε τίποτα άλλο. Έπειτα γυρνούσε πίσω και καθόταν ξανά στο πάτωμα πίνοντας, καπνίζοντας, και τηλεφωνώντας απεγνωσμένα εκεί που δεν έπρεπε, χωρίς να λαμβάνει φυσικά καμία απάντηση. Έπειτα έκλαιγε και συνέχιζε να πίνει και να καπνίζει. Λίγο αργότερα θα ξερνούσε, στη συνέχεια θα κοιμόταν στο πάτωμα και μετά από ώρες θα σερνόταν μέχρι το κρεβάτι της για να έρθει η επόμενη μέρα.
Μήνες αργότερα προσπαθούσε να απεξαρτηθεί από το αλκοόλ και έκανε ψυχοθεραπεία, στην προσπάθεια της να γυρίσει στη παλιά της ζωή. Το μυαλό της εξακολουθούσε να μένει κολλημένο εκεί που δεν έπρεπε και ας μην έπινε πια ουίσκι. Η χειρότερη της εξάρτηση ήταν η εξάρτηση της από τις μνήμες! Μια μέρα όμως κατάλαβε πως τόσο καιρό πονούσε για ένα παραμύθι που τελικά δεν έζησε και άλλαξε γνώμη. Σταμάτησε να φαντάζεται και να κυνηγάει αυτό που δεν πρέπει, έβγαλε διαβατήριο και ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για πολύ μακριά και έφυγε για να ζήσει την πραγματικότητα και όχι τα παραμύθια!