Κανείς δεν είχε εκτιμήσει την ψυχή της!


Δεν ήταν σαν τους άλλους, είχε το δικό της ιδιαίτερο τρόπο σκέψης που όμοιο του δε θα έβρισκες πουθενά, ίσως αυτός ήταν και ο λόγος που ήτανε τόσο μόνη. Κάθε βράδυ έπαιρνε αγκαλιά την κιθάρα της, περπατούσε στα στενά σοκάκια που οδηγούσαν στη παραλία, καθόταν επάνω στην άμμο, έβγαζε την κιθάρα από τη θήκη της και άρχιζε να παίζει πράγματα που ως τότε δεν είχε παίξει άλλος κανείς και να τραγουδά σχεδόν ψιθυριστά στίχους που μιλούσαν για όσα είχε ζήσει μέχρι τη στιγμή που αποφάσισε να τα αφήσει όλα πίσω και να γυρίσει πίσω στο νησί.
Η Λυδία άφησε τη ζωή που είχε στη Θεσσαλονίκη μέσα σε μια νύχτα! Ξενοίκιασε το σπίτι που έμενε, πήρε μαζί της μόνο όσα πράγματα από την εκεί ζωή της ήθελε στ' αλήθεια να κρατήσει, και τα υπόλοιπα απλά τα άφησε πίσω της χωρίς δεύτερη σκέψη! Έτσι και αλλιώς γκρεμίστηκαν όλα σε μια στιγμή, δεν είχε λόγο να κουβαλήσει στα μπαγκάζια της μνήμες. Πίστευε πως έτσι θα γλίτωνε και δεν θα τα έπαιρνε μαζί της, όμως ο νους της θυμόταν τα πάντα, δεν είχε διαγράψει τίποτα, παρόλο που εκείνη έλεγε να αρχίσει μια νέα ζωή. Όταν πέθαναν τα όνειρα της έφυγε με τη πρώτη πρωινή πτήση και ξαφνικά βρέθηκε στον τόπο που γεννήθηκε και είχε αφήσει πίσω για επτά περίπου χρόνια. Άφησε το πατρικό της και νοίκιασε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα.
Όλη τη μέρα έβγαζε τα εσώψυχα της στο χαρτί και από αυτά τα κείμενα ζούσε. Τις νύχτες τα άφηνε όλα και έτρεχε στην παραλία, εκεί έγραφε τα τραγούδια της με μόνη παρέα το φεγγάρι που βουτούσε στο γαλάζιο της θάλασσας. Εκεί ήταν που ξυπνούσαν οι δαίμονες της που τους τρόμαζε χτυπώντας τις χορδές και σιγοτραγουδώντας, λες και το τραγούδι της ήτανε ξόρκι που θα τους έδιωχνε μακριά! Κανείς ως τώρα δεν είδε την αξία της ψυχής της και αυτό δεν μπορούσε να το συγχωρέσει από τη ζωή. Ξενυχτούσε εκεί και κάποιες φορές έπεφτε σε βαθύ ύπνο επάνω στην άμμο, αφού είχε εξαντληθεί πια να κυνηγάει τους δαίμονες της, μόνο που εκείνοι ζωντάνευαν ξανά και έπρεπε καθημερινά να τους ξορκίσει πριν κοιμηθεί είτε πάνω στην άμμο είτε στο κρεβάτι της. Η θάλασσα ήταν όμως που την κρατούσε ακόμη στη ζωή, αφού πλέον δεν έβρισκε νόημα σε τίποτα. Όταν ο καιρός ήταν άσχημος και δεν μπορούσε να πάει στην παραλία ένιωθε βαθιά θλίψη και το χειμώνα που για βδομάδες δε μπορούσε να κατέβει στην παραλία απλά περιφερόταν σαν φάντασμα από γωνιά σε γωνιά μέσα στο παγωμένο σπίτι, κοίταζε τη βροχή που έπεφτε και την καταριόταν.
Eίχε τηλέφωνο στο σπίτι στο νησί, μα δεν το άκουσε να χτυπάει ποτέ και στην άλλη γραμμή να είναι κάποιος δικός της. Τον υπολογιστή τον χρησιμοποιούσε μονάχα για να στείλει τα κείμενα της εκεί που έπρεπε να πάνε. Από το σπίτι έβγαινε μονάχα για να πάει ή στην παραλία, η στο σούπερ μάρκετ, ή στην τράπεζα να πληρωθεί για όσα έγραφε. Πέντε χρόνια ζούσε έτσι και στο χωριό την σχολίαζαν, τα παιδιά την έλεγαν κακιά μάγισσα και οι μεγάλοι τη λέγανε τρελή. Μια βροχερή μέρα, από εκείνες που την βύθιζαν στον πόνο δεν άντεξε, κατάλαβε πως δεν ήθελε να ζήσει άλλο έτσι. "Ίσως η μοίρα μου να είναι αυτή" ψιθύρισέ και έπειτα κατάπιε 2 κουτιά ηρεμιστικά σαν να ταν καραμέλες. Το πτώμα το βρήκε η σπιτονοικοκυρά της όταν είπε να μπει με τα κλειδιά, αφού την έψαχνε βδομάδες για να εισπράξει το νοίκι και δεν την έβρισκε. Το σώμα της Λυδίας είχε αρχίσει ήδη να αποσυντίθεται, η ψυχή της όμως- που ποτέ κανείς δεν την εκτίμησε- ήταν καιρό μακριά και είχε βρει επιτέλους την ηρεμία.