Αίμα δίπλα σε κατακόκκινα τριαντάφυλλα!


Ήταν περίεργη αυτή του η ασχολία, ως τώρα δεν έχω δει κάποιον άλλο να περνάει τις ώρες του κάνοντας κάτι τέτοιο. Ποιος άλλος άνθρωπος θα μπορούσε να το κάνει αυτό;
Ο Παναγιώτης είχε κάνει φίλο του ένα μαγνητόφωνο, κάθε απόγευμα που γυρνούσε από τη δουλειά το έπαιρνε στα χέρια του, το έβαζε να ηχογραφεί τη φωνή του και ύστερα το έσπρωχνε στην άκρη του τραπεζιού και άρχιζε να μιλάει. Κάθε μέρα εδώ και τρία χρόνια το να βάλει το μαγνητόφωνο να γράφει ήταν η πρώτη κίνηση που έκανε μόλις έμπαινε στο σπίτι. Δεν άλλαζε ρούχα, δεν έτρωγε, δεν έπινε νερό αν δεν τα έλεγε πρώτα με το φίλο του. Περίπου μια ώρα κρατούσε η πρώτη συνομιλία της μέρας, έπειτα κάθε φορά αφού πατούσε το στοπ άλλαζε ρούχα, μαγείρευε, έτρωγε, καθάριζε λίγο το σπίτι του και έπειτα καθόταν πάλι, αλλά αυτή τη φορά στο μπαλκόνι και του μιλούσε… Αν ο καιρός ήταν κακός μιλούσε στο μαγνητόφωνο μέσα στο σπίτι, το έβαζε στην άκρη του τραπεζιού της κουζίνας και του μιλούσε, μετά έπεφτε για ύπνο και έπειτα την άλλη μέρα μοίραζε και πάλι τα γράμματα σε ολόκληρο εκείνο το χωριό. Την άλλη μέρα τα ίδια και τα ίδια, ξανά και ξανά! Πέντε χρόνια κρατούσε αυτή η ιστορία και είχε γεμίσει άπειρες, αμέτρητες κασέτες!

"Σήμερα περπάτησα μέχρι το σπίτι της και πάλι. Της άφησα ένα γράμμα στο κουτί. Περπάτησα μέχρι την πόρτα της. Δεν ήταν εκεί, δεν κατάφερα να τη δω και ας είχα ανάγκη να τη δω έστω για ένα λεπτό”. Για τον Παναγιώτη η Κυριακή ήταν η κοπέλα που λάτρευε και ας μην της είχε πει ποτέ τίποτα περισσότερο, παρά μόνο τις παρακάτω λέξεις: “Καλημέρα Κυριακή! Αυτός ο φάκελος είναι για σένα”. Όμως εκείνος πάντα άνοιγε τους φακέλους πριν τους δώσει και είχε μάθει σχεδόν τα πάντα για εκείνη.

"Σήμερα θα βγω! Θα βγω έξω, θα πάω μέχρι το σπίτι της Κυριακής. Πρέπει να της μιλήσω. Κοντεύει χρόνος που… Ναι νιώθω πολλά για εκείνη" , είπε και το μαγνητόφωνο κατέγραψε τη φωνή του. Δεν υπήρχε γράμμα που να έλαβε η Κυριακή και εκείνος να μην το είχε διαβάσει, όπως και δεν υπήρχε γράμμα που να έστειλε και να μη το είχε ανοίξει πριν ξεκινήσει το μεγάλο του ταξίδι. Η Κυριακή έγραφε συνεχώς στον αδερφό της και στη μάνα της που ζούσαν στην Αμερική. Αυτά τα γράμματα διάβαζε ο Παναγιώτης και πίστευε πως ήξερε τα πάντα για εκείνη. Υπήρχε όμως κάτι που δεν είχε υπολογίσει!

Ο Παναγιώτης έφτασε ως το σπίτι της, πλησίασε την πόρτα δίστασε όμως να της χτυπήσει. Άρχισε να βαδίζει πολύ σιγά γύρω από το σπίτι και να κοιτάζει διακριτικά από τα παράθυρα για να την εντοπίσει. Όταν το κατάφερε την είδε στην αγκαλιά κάποιου άλλου και μετατράπηκε σε αγρίμι. Έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Το μόνο που πρόλαβα να δω ήταν πως έσπασε την πόρτα, άρπαξε ένα μαχαίρι και τους έσφαξε ! Δεν κατάλαβα πόσο γρήγορα κατάφερε να τα κάνει όλα αυτά. Ήταν σαν να έγιναν όλα μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα. Αφού βεβαιώθηκε πως ήταν πλέον νεκροί έσυρε στην αυλή τα γυμνά ματωμένα σώματα τους και τα άφησε δίπλα από μια τριανταφυλλιά με κατακόκκινα τριαντάφυλλά. Έπειτα με μεγάλη επιδεξιότητα έφτιαξε την απαραίτητη θηλιά με ένα σκοινί που βρήκε στην πίσω αυλή και κρεμάστηκε σε ένα από τα δέντρα. Λίγες ώρες μετά τους βρήκαν παγωμένους και τους τρεις. Το σπίτι ήτανε στην άκρη του χωριού και κανείς δε μπόρεσε να αντιληφθεί τι συνέβαινε πριν τα πράγματα φτάσουν στο τέλος.