Όταν ο θάνατος είναι μονόδρομος...


Λένε πως η νύχτα δεν είναι καλός σύμβουλος και ίσως έχουν δίκιο, την Καίτη όμως ούτε οι σκέψεις της μέρας την οδηγούσαν κάπου. Εκείνη η νύχτα δεν ήταν διαφορετική, έκανε ό,τι έκανε από συνήθεια και πολλές άλλες νύχτες. Ήταν όμορφη, πολύ όμορφη μα δεν το έβλεπε, είχε την ανάγκη από κάποιον και πάλι να της το δείξει. Είχε βγει πάλι εκεί να ζητιανέψει για ένα χάδι, ένα φιλί και ένα άγγιγμα, όπως έκανε πολύ συχνά . Το είχε ανάγκη, δε μπορώ να την κατηγορήσω που δεν έβλεπε πως όλο αυτό την οδηγούσε στο πουθενά, αφού το είχε μεγάλη ανάγκη! Η Καίτη είχε ανθρώπους να νοιάζονται για εκείνη, είχε στη ζωή της φίλες που ήταν σχεδόν σαν αδερφές της, μα αυτό δεν της έφτανε, ένιωθε μισή όταν δεν είχε στη ζωή της κάποιον άντρα και αυτές οι σύντομες περιπέτειες την έκαναν να νιώθει ζωντανή και, έστω για πολύ λίγο χρόνο, ευτυχισμένη.
Ήταν σαν να έβλεπε το πρόσωπο της να καθρεφτίζεται μέσα στο ποτήρι της, μόνο που ήταν και αυτό μια ψευδαίσθηση όπως όλα όσα περίμενε και πάλι. Σε λίγο κάποιος θα την πλησίαζε και δεν θα χρειαζόντουσαν περισσότερες από δυο τρεις κουβέντες για να καταλήξει να κάνει σεξ μαζί του. Βέβαια, υπήρχαν και οι φορές που πλησίαζε εκείνη το στόχο της, μα ποτέ δεν έφευγε άπραγη από εκεί μέσα. Όπως και να έχει, το μόνο σίγουρο είναι πως τις περισσότερες φορές όλα τελείωναν με το πρώτο φως της μέρας. Μόλις ξημέρωνε δεν έμενε τίποτα και οι δυο ξένοι που είχαν γίνει για λίγο ένα σώμα επέστρεφαν ο καθένας στη μοναξιά του και στη συνέχεια κανείς δεν θυμόταν τίποτα.
Ήταν από τις νύχτες που εκείνη έπρεπε να κάνει το πρώτο βήμα και το έκανε. Σε λίγα λεπτά βρέθηκε να κάνει σεξ στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου με ένα τύπο που έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή της. Ήθελε τόσο πολύ κάποιος να την αγαπήσει και καμιά φορά νόμιζε πως θα έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και η αγκαλιά που θα κέρδιζε δεν θα κρατούσε για μια δυο ώρες αλλά θα ήταν παντοτινή. Κάποτε είχε αγαπήσει έναν άνθρωπο, και τον είχε αγαπήσει αληθινά! Ακόμη και τώρα τον αγαπούσε για αυτό και τον έψαχνε στο πρόσωπο κάθε αγνώστου εκείνες τις νύχτες. Η αλήθεια είναι πως κάθε φορά που βρισκόταν με έναν άγνωστο άντρα είχε την ψευδαίσθηση πως βρισκόταν με εκείνον που αγάπησε, αυτή η ψευδαίσθηση ήταν που την κρατούσε ακόμη στη ζωή. Πέρασαν χρόνια από τότε που έχασε, εκείνον που λάτρευε και που ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει. Έβγαινε τις νύχτες και τον αναζητούσε στο πρόσωπο του κάθε ξένου, έτσι νόμιζε ξανά πως για λίγο τον είχε, και έτσι περνούσαν τα χρόνια και εκείνη μεγάλωνε μα δεν ξεχνούσε, και όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο τον αναζητούσε και δεν τον έβρισκέ πουθενά, αφού η αγάπη του δεν υπήρξε ποτέ, αφού ήταν αληθινή μονάχα μέσα στο μυαλό της! Τρία χρόνια είχε μείνει μαζί του η Καίτη και νόμιζε πως θα τον είχε για πάντα, αφού έτσι της έλεγε και εκείνη το πίστευε και ας ήξερε καλά πως ήταν ψέμα. Τρία χρόνια ζούσε μόνο και μόνο για να υπάρχει για εκείνον, και έπειτα ξαφνικά, εκεί που κανείς δεν το περίμενε χάθηκε για πάντα… Δέκα χρόνια πέρασαν από τότε και δεν ξέχασε. Δεν τον ξανασυνάντησε από τότε, παρά μόνο τον είχε για λίγο όταν τον έβλεπε στα πρόσωπα κάποιων άλλων.
Κάποια στιγμή όλα θα τέλειωναν ήτανε βέβαιο, και έπρεπε να τελειώσουν. Εκείνη τη νύχτα ο άγνωστός που στο πρόσωπο του η Καίτη έβλεπε εκείνον που λάτρευε, είχε πιει πολύ. Ένα ατύχημα στο δρόμο απλά έκοψε το νήμα της ζωής και των δύο. Ο άγνωστος πέθανε ακαριαία, εκείνη πάλεψε για λίγο. Οι γιατροί είπαν στους δικούς της ανθρώπους πως λίγο πριν πεθάνει η Καίτη έλεγε το όνομα του…