Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα...

Να έλεγα πως ανοίγομαι δύσκολα θα 'τανε ψέμα, μα η αλήθεια είναι πως σπάνια θα καθίσω να γράψω κάτι πολύ προσωπικό και να το μοιραστώ με πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα . Τώρα γιατί; Ίσως είναι η ανάγκη, ίσως είναι η στιγμή, ίσως είναι και κάτι δάκρυα που δεν ξέρω για ποιο λόγο τρέχουν από τα μάτια μου. Ίσως αναζητώ τη λύτρωση ή ίσως απλώς νιώθω την ανάγκη να γράψω.

Πολλοί από τους φίλους μου ξέρουν την ιστορία μου ή τις διάφορες πολλές ιστορίες μου, δεν θα μπω στον κόπο να σας μιλήσω για αυτές, δεν έχει σημασία, θα σας μιλήσω μόνο για όσους αγαπάμε και χάνονται. Έτσι γενικά, γιατί είμαι σίγουρη πως και εσείς κάποια στιγμή στη ζωή σας το έχετε νιώσει.

Εγώ πια όλα αυτά τα βάζω σε ένα μεγάλο κουτί στη ψυχή μου που πάνω γράφει "Οι άνθρωποι που έχασα" είναι βαμμένο κόκκινο και μέσα έχει ένα βιβλίο με πολλές σελίδες που είναι τσαλακωμένες γιατί όταν το διαβάζω τρέχουν επάνω του δάκρυα!

Πρόσφατα ένας φίλος μου είπε πως δεν πρέπει να με αφήσω απροστάτευτη, γιατί θα είναι σαν να αφήνεις ένα παιδί εκτεθειμένο σε ένα σωρό κινδύνους.

Ακόμη δεν πρόλαβαν να στεγνώσουν τα δάκρυα για την αγαπημένη παιδική φίλη που έχασα και μπήκε ένας ακόμη άνθρωπος στο μεγάλο κόκκινο κουτί με το παρελθόν. Ακόμη θυμάμαι που ήμασταν παιδιά και λέγαμε πως "όταν μεγαλώσουμε θα φτιάξουμε ένα ξύλινο σπίτι δίπλα στην αγριεμένη θάλασσα, εκείνη θα ζωγράφιζε και εγώ θα έφτιαχνα μουσική. Θα είχαμε εκεί και τους "γκόμενους" μας, καλλιτέχνες και αυτοί, και θα ζούσαμε έτσι το όνειρό μας, εκεί δίπλα στην αγριεμένη θάλασσα.". Φυσικά και το όνειρο δεν
πραγματοποιήθηκε ποτέ, και εκείνη- η αδερφή μου- απλά χάθηκε... Ίσως την πήρε κάποιο κύμα, ποιος ξέρει... Όσο και αν κάποτε έψαξα να την βρω δε μπόρεσα! Είχε χαθεί, δεν υπήρχε πια! Ίσως την πήρε κάποιο κύμα και την έπνιξε στο βυθό.

Και ξαφνικά, εκεί που δεν το περίμενα νόμισα για λίγο πως εμφανίστηκε η αδερφή ψυχή μου. Δε μοιάζαμε και πολύ, αν και εκείνος μου έλεγε το αντίθετο, ήτανε όμως για μένα σαν να ζωντάνεψε από κείνο το όνειρο, σαν να ήταν εκείνος που θα έπαιρνα μαζί μου σε εκείνο το ξύλινο σπίτι με την αδερφή μου που χάθηκε. Πάντα μου περίσσευαν η αγάπη και τα όνειρα, έχτιζα έχτιζα, μόνο που ποτέ δεν λογάριαζα πως εκεί κάτω στη θάλασσα δεν χτίζεις πάνω στη πέτρα αλλά επάνω στην άμμο. Είχα επιμονή όμως! Όχι έλεγα! Αυτό που χτίζω δεν θα μου το γκρεμίσει κανένας άνεμος και κανένα κύμα! Δεν το έβαλα κάτω ακόμη και όταν τον είδα να τα παρατάει όλα πολύ νωρίς και να αφήνει σε μένα το χτίσιμο. "Δε θα μου το χαλάσει κανείς", έλεγα και έμπαινα μπροστά με ένα ξύλινο σπαθί και φώναζα στον άνεμο να φύγει και πως εγώ στο τέλος θα νικήσω, ακόμη και χωρίς όπλα! Ερχόντουσαν τα κύματα και εγώ τα έσπρωχνα με τα χέρια μου, αλλά δεν κατάφερνα να τα κάνω να μην πλησιάσουν το κάστρο μου. Εκείνο γκρεμιζόταν σιγά σιγά, δεν μπορούσα άλλο να χτίζω, απλά το προστάτευα, μόνο που η μανία της φύσης με νίκησε.
Μια μέρα κουράστηκα να προσπαθώ... Ήρθε η νύχτα και δεν κατάλαβα πως με πήρε ο ύπνος... Όταν σηκώθηκα όρθια, είχε περάσει η καταιγίδα, αλλά είχε χαθεί για πάντα και το κάστρο μου και εκείνος. Δεν ξέρω που χάθηκε, το μόνο σίγουρο είναι πως εγώ έχτιζα για καιρό μόνη και πως εκείνος είχε από καιρό χαθεί χωρίς να το καταλάβω.

Και έπειτα ήρθαν τα δάκρυα και ο πόνος... Οι "ειδικοί" λένε πως μοιάζει με κατάθλιψη, αλλά εγώ δεν ξέρω πως να το πω.

Το σίγουρο είναι πως υπάρχουν πολλά που εγώ δεν καταλαβαίνω...

Με πολύ αγάπη
ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟΣ!